χυτρίτης

χυτρίτης
χυτρίτης, , im Topfe bereitet

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χυτρίτης — ὁ, Α παρασκευασμένος στη χύτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χύτρα + κατάλ. ίτης*] …   Dictionary of Greek

  • χυτρίτην — χυτρί̱την , χυτρίτης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”